Από μία πρωϊνή τηλεοπτική εκπομπή – 1/4/2018

Σήμερα το πρωί βρέθηκα κάπου και περιμένοντας, παρακολούθησα σε μια τηλεόραση τους καλεσμένους πρωινής πολιτικής εκπομπής, μεταξύ δε των καλεσμένων αυτών και τον κύριο Χρυσοχοΐδη. Ξέρετε αυτόν τον πάλαι ποτέ που πήγε στην Αμερική κι αφού «του έδωσαν» τη 17 Νοέμβρη ήρθε στην Ελλάδα και τους ανακάλυψε. Αυτόν λοιπόν! Ήταν φοβερός. Κοιτούσε το φακό κι έλεγε διάφορα λόγια σοβαρά, περισπούδαστα. Έδειχναν μέσα από βαθειά σκέψη. Πρέπει ετούτο, πρέπει εκείνο, πρέπει και το άλλο. Δεν κοκκίνισε ούτε μια στιγμή με αυτά που έλεγε. Ασταμάτητος, απτόητος, και σίγουρος, τράβαγε ολοταχώς ξανά προς την εξουσία. Eκτός από μερικές φορές χρονικής υπέρβασης, δεν τον διέκοψε κανείς. Έστω και τυπικά να του πει κάτι. Να του πει π.χ. «Για κάτσε ρε φίλε, με τον Μπενιζέλο και το Λοβέρδο θα τα κάνεις αυτά που λες? Ή με το μνημόνιο που ΔΕ διάβασες αλλά όμως το υπέγραψες ως βουλευτής που φροντίζει δήθεν για το συμφέρον του λαού – επ αμοιβή! Ή μήπως παίζει πίσω πίσω και το πρώην αφεντικό σου αυτός ο ανθέλληνας Σημίτης ο πινέζος, που μας κατέστρεψε όλους, χρεώνοντάς στον Ελληνικό λαό τα λεφτά που καρπώθηκαν οι Τράπεζες και που θα τα ξεπληρώνουμε με αίμα ποιος ξέρει μέχρι πότε, και τον οποίον υπηρέτησες δουλικά». Τίποτε! Ο εν λόγω πολιτευτής ανερυθρίαστα συνέχισε και σ ένα δεύτερο γύρο, θέτοντας τα πρωτότυπα σχέδια του για το τι μέλει γενέσθαι, ως να επρόκειτο για κάποιον πρωτοεμφανιζόμενο νέο βουλευτάκο.
Και φάνταζε μέσα απ το γυαλί, όλη η βαθειά πολιτική σαπίλα του παρελθόντος.

Σχόλιο, πάνω στη συνέντευξη του Γιάνη Βαρουφάκη στον Αλέξη Παπαχελά στις 19-1-2016

Παρακολούθησα τη συνέντευξη που έδωσε ο Γιάνης ο Βαρουφάκης στον Αλέξη Παπαχελά προχτές στις 19/1/2016, και όλη τη συνέχεια που ακολούθησε μετά το τέλος αυτής της πολύ σπουδαίας ομολογουμένως και αποκαλυπτικής συνομιλίας. Την επομένη, «οι οπαδοί της SIEMENS» εδώ στο F.B. απ ότι είδα ξεφάντωσαν. Μόνο η «φίλη μου» η Ευθυμιοπούλου κράτησε το ίσο, έχοντας βρει το μότο «εγώ δεν την παρακολούθησα» κι έκανε τη δουλειά της ως συνήθως! Θέλω όμως νάρθω και να σταθώ, στους 2 δημοσιογράφους που περίμεναν ή καλύτερα καραδοκούσαν μετά το τέλος της συνέντευξης να κάνουν κριτική – υποτίθεται, τέλος πάντων! – Μια απαξίωση δηλαδή στο όλον θέμα από τον κύριο Τσίμα και την κυρία Κοσιώνη…! Και για μεν τον κύριο Τσίμα λυπάμαι, αλλά το μόνο που μπορεί να πεί κανείς είναι: ο Θεός να σε φιλάει από πρώην. Γενικά από πρώην και ειδικά από πρώην Κνίτη. Είναι να τους βλέπεις από μακριά να φτύνεις και ν αλλάζεις πεζοδρόμιο! Η κυρία Κοσιώνη πάλι, τι ήταν αυτό! Θα περιμένει, είπε, τον κύριο Δραγασάκη να τους τα ξεδιαλύνει. Τον κύριο Δραγασάκη που δοξάστηκε παραμένων στα ξενοδοχεία της Γερμανίας, την ώρα που οι άλλοι τραβούσαν των παθών τους το τάραχο.  «Στο πραιτόριο λοιπόν ο Βαρουφάκης!»
Με στενοχωρεί αυτή η γυναίκα γιατί δείχνει και όμορφη και δε μπορώ ν`ακούω να λέει αυτά που λέει. Άσε που κοιτάμε όλοι να γλυτώσουμε απ το Σόϊ-μπλε κι αυτή πήγε κι έπεσε στο σόϊ!

Η επερχόμενη ανάπτυξη 4-7-2016

Ο μέγας Τσίπρας, δια του υπουργού του κ.Chac-αλώτου κατόρθωσαν το ακατόρθωτο! Υπέγραψαν – ενώ ορκίζονται ότι δεν τόθελαν – την κατάλυση κάθε έννοιας κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων. Ιδού λοιπόν ένα παράδειγμα που γνωρίζω προσωπικά και που μ έκανε να γράψω αυτό το κείμενο: Νεαρή, πτυχιούχος του Πανεπιστημίου Αθηνών πήγε να πιάσει δουλειά σε Σ. Μάρκετ. Υπέγραψε συμφωνητικό για 4 ώρες εργασία την ημέρα στο Ταμείο αντί του ποσού των 296 € το μήνα. Αποτέλεσμα; Κουβαλάει τελάρα γεμάτα μπουκάλια μπύρες κι αναψυκτικά βάρους 30-35 κιλών, υπόγειο – ισόγειο γεμίζοντας κάτι ράφια, επί τουλάχιστον 10 ώρες !!! Όταν δε, σε κάποια στιγμή τόλμησε να πει «…μα εγώ ξέρετε άλλα συμφώνησα», ένα χέρι υψώθηκε κι ένα δάχτυλο της έδειξε την έξοδο προς το δρόμο, που οδηγεί στην άβυσσο της «ανεργίας».
Τι να πει κανείς!
Οι μέρες γεμάτες δηλητήριο που πρέπει να το πιούμε, μοιάζουν να κρύβονται όλο και πιο βαθιά μέσα στη νύχτα!
Οι μισοί μη βλέποντας φως, σκύβουν το κεφάλι μετανοιωμένοι κι απογοητευμένοι.
Οι άλλοι, σαν τα όρνια περιμένουν τον Κούλη τους, να ορμήσουν κι αυτοί σ ότι ξέμεινε από ψοφίμι πάνω σ αυτή την «έρημη» γη!
Εγώ είμαι πλέον εκ των απερχομένων!
Και το ενδεχόμενο μιας «επερχόμενης ανάπτυξης» νά το πετιέται …!

O Μούτσης για το Μάνο Ελευθερίου

Ο Μάνος Ελευθερίου δεν είναι μόνο ένας σπουδαίος συγγραφέας, είναι ένας «ευγενής δημιουργός». Έχει έναν τρόπο να μεταχειρίζεται το λόγο ακόμα και στις πιο σκληρές του εκφράσεις, μ έναν τρόπο που τον χαρακτηρίζει όχι ένας εστετισμός στολισμένος με «δαχτυλίδια και σπαθιά», αλλά μια ευγένεια γεμάτη από «κλαδευτήρια κι αλέτρια» που θάλεγε ο Νίκος ο Γκάτσος.

Αγέτης και ΔΑΠίτης

Εξεταστική περίοδος Α΄εξαμ. Φιλοσοφικής σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών. ΔΑΠίτης φοιτητής που όχι μόνο δεν είχε πατήσει το πόδι του, δεν ήξερε καν τη διεύθυνση της Σχολής, βρέθηκε να περνάει όλα τα μαθήματα και μάλιστα με βαθμό, τη στιγμή που σοβαροί φοιτητές είχαν κοπεί τουλάχιστον σε δύο. Στην ερώτηση δε: «ρε συ πως τα κατάφερες;» η απάντηση ήταν συγκεκριμένη: «υπάρχουν και διαρροές». «Το παιδί μας επιστήμων τελειώνει» που λέω και σ ένα τραγούδι μου. Eνα μπουμπούκι ένας νέος Μπουμπούκος. Και μια και το φέρ η κουβέντα, ο περί ού λόγος κύριος, ως άλλος Τσόμσκι ή Μπαμπινιώτης, μας δήλωσε τις προάλλες ασύστολα, ότι ο Ηγέτης – άκουσον άκουσον – παράγεται από το ρήμα «άγω»! (Αγέτης, Αγωγιάτης, Αγωγός, Ανάγωγος). Το ρήμα «ηγούμαι» του είναι άγνωστη λέξη, εξ ού και μέλλων Αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του κυρίου Κούλη. Ο Μπουμπούκος -Αγέτης όμως, είχε πάρει προ πολλού το «άγω» του και είχε παράγει μια άλλη λέξη, τη λέξη «πράκτορας» στο χώρο της τέχνης. Από τους Ολυμπιακούς αγώνες ήδη θυμάμαι, είχε αρχίσει, επιλέγοντας με δικά του κριτήρια ως «καλλιτεχνικός πράκτορας» να στείλει τη μαγείρισσα-μαέστρο του να πάει να παίξει στην Κίνα το τίς οίδεν θεόπνευστο έργο της, αρπάζοντας ο γλωσσοφτιάχτης και ως «εισπράκτορας» την αμοιβή, πολλά λεφτά, και στέλνοντάς τα κατ ευθείαν έξω ως ελέχθη. Το θέμα ψιλοσυζητήθηκε και ψάξτε βρέστε! Έκτοτε, μόλις προκύψει μουσική εκδήλωση στο εξωτερικό – επιδοτούμενη και μάλιστα γερά – πρακτορεύει γιατί έτσι θέλει και στέλνει την κυρία Ευγενία του, κι αυτή με τις γνώσεις της εξ Αμερικής, (λες και με τη Γραμματική με το Συντακτικό και την Ορθογραφία γίνεσαι Συγγραφέας) τρέχει, ανεβαίνει στο πόντιουμ, στερεώνεται καλά (πόδια κλειστά ή ανοιχτά), τη βεργούλα ανά χείρας, και με μια κίνηση ανεξαρτήτως προς πάσαν κατεύθυνση μαγεύει με τις μουσικές της τους Ευρωπαίους, ως η καλύτερη της Ελλάδας και τους Έλληνες ως η καλύτερη της Ευρώπης! Δε βαριέσαι, και τι έγινε! Ας πά΄να λέω. Μήπως θα πάψει ο Πράκτωρ της τέχνης Αγέτης Μπουμπούκος συνάδελφος των Τσόμσκι – Μπαμπινιώτη να είναι αυτός που είναι και να λειτουργεί μ αυτό τον τρόπο; Αν είναι δυνατόν! Εδώ είπαμε τον κάνανε και Αντιπρόεδρο σε μέλλουσα κυβέρνηση. Ή το ΔΑΠίτικο μπουμπούκι που δεν ήξερε που πάν΄τα τέσσερα θ αλλάξει. Χαζός είναι ν αλλάξει; Ίσα ίσα που θα μασάει κι ό,τι θες για να του μοιάσει στην ομιλία! Ένα μπουμπούκι Μπουμπούκος μοιάζει με όνειρο ζωής, κι αυτό το στόχο θέλει να τον φτάσει, κι ίσως μια μέρα σίγουρα και να τον ξεπεράσει!

Διαδικτυακά σχόλια περί Τετραλογίας (από το Ποιείν)

ΔΙΑΔIΚΤYΑΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

Περί « ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑΣ »    2 / 2 / 07

 

Κ. Καβάφης – Γ. Σεφέρης – Κ. Καρυωτάκης – Γ. Ρίτσος

 

Τραγουδούν: Μ. Μητσιάς – Α. Πρωτοψάλτη – Χ. Λεττονός

Σημείωση1: Ανάμεσα στους εκλεκτούς συζητητές, παραβρέθηκε κι ο διάσημος Τουμπίστας Γιάννης Ζουγανέλης!

  Σημείωση 2: Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε το 2005 από την MINOS-EMI

Δ. Κανελλόπουλος: Δήμος Μούτσης για πάντα. Ο μεγαλύτερος των μετά το Χατζιδάκη – Θεοδωράκη νεοελλήνων συνθετών. Το θρήνο για τον Άδωνη γιατί δεν τον ανεβάσατε. Κύριε Παστάκα ακουστικό υλικό δε θα μας βάλετε;

Γιώργος Μίχος: «Αίμα σου φέρνω και τραγουδώ το αίμα σκορπισμένο» Θα συμφωνήσω με το Δ.Κ. Χρειάζεται ήχος σε μια αναφορά σε…. δίσκο. “Say it with a ukulele

Σπύρος Αραβανής: Η ΑΕΠΙ όμως, έχει τελείως άλλη γνώμη από σας (…)

Γιώργος Κεντρωτής: Η «Τετραλογία» είναι έργο πραγματικά (και όχι μαϊμουδίστικα) μελοποιημένης ποίησης. Και η μουσική επένδυση των στίχων και οι ερμηείες είναι συγκλονιστικες. Ό,τι κι αν «έγραψε» ο Μούτσης – Συνοικισμος Α΄- Αγ. Φεβρουάριος – Στροφές – Δρομολόγιο – Φράγμα κ.λπ.- είναι μεγαλειώδες. Μην κοιτάτε που δεν κορρυβαντιά περί το άτομό του. Ο άνθρωπος είναι καλλιτέχνης δεν είναι «καραγκιόζης». Μόνο την ποιότητα ζητάει, και δη μετά μανίας (ένθεης). Κι όταν έχει να πει «πράγματα», τα λέει και μας τα μαθαίνει. Πρόκειται για κορυφαία μορφή του νέου Ελληνισμού.

Γιώργος Μίχος: Έχω ακούσει το Μούτση σε συνέντευξη να λέει, πως κακώς έβαλε τα ποιήματα στην «Τετραλογία». Έπρεπε, λέει, να είναι μόνο η μουσική…..
Για άλλο θέλω να γράψω.
Σ ένα υπόγειο στη Σόλωνος χαμηλά, στο βιβλιοπωλείο «Αντιπαράλληλα», θυμάμαι την Πρωτοψάλτη, την παρουσία του Μούτση και μικρής ορχήστρας να τραγουδάει αυτό το λησμονημένο πια δίσκο «Εργατική Συμφωνία». Ο Στεμνής αποχώρησε οικειοθελώς…..
Το Μούτση τον βλέπω σε κάτι στενά γύρω στο σπίτι μου και στο πάρκιν του Σούπερ Μάρκετ κι επίτηδες του βάζω το «Δε λες κουβέντα» απ τ αυτοκίνητο να τον εξιτάρω. Γελάει συνέχεια και φεύγει…… Κεντρωτή, όλα αυτά για σένα……

Δ. Κανελλόπουλος: Βλέπω ότι όλοι συμφωνούν ως προς την μεγαλοφυία του Δήμου του Μούτση. Είμαι πολύ ευτυχής γι αυτό. Γιώργο Κεντρωτή, αυτό το περί «Ελληνισμού», μην το πετάς έτσι ασχολίαστα, γιατί υπάρχει ένας κακώς εννοούμενος «Χριστοδουλισμός» στην ατμόσφαιρα και μπορεί να παρεξηγηθεί ο Μούτσης, ο οποίος είναι ο κατ εξοχήν ευρωπαίος – παγκόσμιος – Έλληνας μουσικός των τελευταίων 100 χρόνων.
Παρεμπιπτόντως: τα ποιήματά σου είναι πολύ καλά και θα δημοσιευθούν. Πάρε τηλέφωνο τον «περιοδικατζή». Δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος του(!)
Και για όλους εσάς, ένα ποίημα αφιερωμένο στο Δήμο Μούτση:

Όλα είναι μια ευγενική συναυλία
Τους παλιούς φίλους
Μην τους ξεχνάς
Δώσε τους μια μικρή χαρά
Για τα χαμένα χρόνια
Φέρε τους όλους εκεί
Άναψε τις φωτιές σου
Στο ιερό της Αθηνάς
Στον Άγιο Φεβρουάριο κάνε σπονδή
Άφησε τις μελωδίες σου να πλημμυρίσουν
Την αττική νύχτα.
Άνθη να φέρεις και λόγια τρυφερά
Τώρα που οι ώρες μας θυμίζουν
Τις αποδυναμωμένες αισθήσεις
Τα πάθη, που βρίσκονται σε διαστολή
Χωρίς το μέτρο των χρωμάτων
Μ΄άδεια ψυχή το σούρουπο
Χωρίς φωνούλα την αυγή
Την τελευταία συναυλία την Ευγενική
Του αιώνα που ψυχορραγεί
Δώρο στους φίλους μιας άλλης εποχής,
Που προχωρούν και πίσω δε γυρίζουν
Δημήτρης Κανελλόπουλος, Σιγή Ασυρμάτου, Κολωνός, Αθήνα 2005, σελ.:23

Δημήτρης Κανελλόπουλος: Μίχο, ποιος είχε οργανώσει τη συναυλία του Μούτση στα Αντιπαράλληλα του Στεμνή; Αν το βρείς κερδίζεις ένα βιβλίο δώρο, τις Σκυθικές Ερημίες.
Κι ακόμη: Μην ξεχνάς το χρονικό πλαίσιο που γράφτηκε η «Εργατική Συμφωνία» και κάτι άλλο, ότι ήταν επένδυση σε θεατρικό έργο του Γιώργου του Σκούρτη «Απεργία».
Πάντως εγώ στ Αντιπαράλληλα δε σε θυμάμαι. Στο Χνάρι σε θυμάμαι λίγο αργότερα.

Γιώργος Κεντρωτής: Αγαπητέ Γιώργο Μίχο, με εξιτάρεις – δεν με εξιτάρεις (και εμένα, μαζί με το Δήμο Μούτση) εσύ, εγώ (μουλάρι όντας) επιμένω στις απόψεις μου. Και δεν είναι -να εξηγούμεθα- μόνο θέμα αισθητικής! Επιμένω επί της ουσίας. Κι ας λέει (και) ο Μούτσης ότι θέλει! Ο τύπος αυτός, αυτή η γκράν μούρη έγραψε θαύματα, και προσωπικώς του οφείλω δυσαρίθμητες χάριτες. Εσύ, πάντως, καλά κάνεις και κεντρίζεις τον Κεντρωτή! Γουστάρω και πολύ μάλιστα. Μη μας πιάσει, φίλε Γιώργο, ενώ είμαστε ακόμα (ευτυχώς) στον απάνω κόσμο, η ανία του τάφου, όπου δεν μπορούμε ούτε να χασμουρηθούμε (ούτε από ανία!…) Σε χαιρετώ από καρδιάς.

Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Ποιείν»

Ο δάσκαλός μου, ο μαθητής μου: Μια συνέντευξη στον Θ. Νιάρχο στα ΝΕΑ: 05/10/2013

Θανάσης Θ. Νιάρχος  ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΑ ΝΕΑ: 05/10/2013 08:00

Σ’ ένα μόνο σημείο της η συζήτηση του Δήμου Μούτση με τον νεαρό Νίκο Καργόπουλο είναι η τυπική συζήτηση δάσκαλου και μαθητή: ότι παραμένει χαρακτηριστική όσον αφορά την πίκρα του δάσκαλου και την ορμή του μαθητή. Από κει και πέρα δεν έχεις παρά να σταθείς με σεβασμό, γιατί όχι και δέος, απέναντι σε μια στάση όπως αυτή του Δήμου Μούτση, που στοιχειοθετεί μια πρωτοφανή αίσθηση εντιμότητας και καλλιτεχνικής ανδροπρέπειας. Σε μια κρίσιμη, ώριμη ηλικία ενώ γνωρίζεις πως το παρελθόν σου καλλιτεχνικά δεν είναι αναστρέψιμο και έχει οριστικά τοποθετηθεί για τη συνείδησή σου τουλάχιστον, να μπορείς να σκέφτεσαι με την ελευθερία του ανθρώπου που δεν φοβάται το μέλλον. Πρόκειται για κάτι εντελώς πρωτόγνωρο. Αυτή τη σπάνια αίσθηση ελευθερίας αναδίνει η σύνολη συμπεριφορά του Δήμου Μούτση, είτε αφορά τους ομοτέχνους του, είτε την κοινωνία μας, είτε το παρελθόν του, είτε τη νεότατη γενιά καλλιτεχνών που τη συμμερίζεται και τη δικαιολογεί  χωρίς να την κολακεύει στο πρόσωπο του Νίκου Καργόπουλου. Χρειάζονται πολύ μεγάλα κότσια, να είσαι καλλιτέχνης και ενώ το περιβάλλον σού καλλιεργεί την εντύπωση της μεγαλοσύνης σου, εσύ να την προσπερνάς χωρίς οιμωγή και να θεωρείς τον εαυτό σου σχεδόν αποτυχημένο. Μέγιστο μάθημα η σημερινή συνάντηση και συνομιλία με τον Δήμο Μούτση

Θανάσης Νιάρχος: Κύριε Μούτση, πώς συµβαίνει ένας καλλιτέχνης όπως εσείς, που τον αγκάλιασε τόσο νωρίς και τόσο ολοκληρωτικά η επιτυχία, να έχουµε να ακούσουµε δουλειά του τόσο πολλά χρόνια;

Δήµος Μούτσης: Για να πω την αλήθεια αυτή την επιτυχία δεν την κατάλαβα ποτέ. Μπήκα σε αυτόν τον χώρο πλαγίως, από τον χώρο της Συμφωνικής Μουσικής, σπούδασα βιολί και κλασική μουσική για πάρα πολλά χρόνια. Κουράστηκα, αλλά κουράστηκα καλά. Λένε ότι έγραψα καλά τραγούδια, καλά δεν ξέρω, ίσως καλύτερα απ’ ό,τι άλλων. Είχαν επιτυχία, έβγαλα λεφτά, καλή ζωή έκανα, αλλά για να πω τη μαύρη μου αλήθεια αυτόν τον χώρο δεν τον αγάπησα καθόλου. Και όσο περνάνε τα χρόνια και γυρνάω και κοιτάζω πίσω μου, δεν μου αρέσει καθόλου αυτό που έκανα. Και ίσως είναι αυτό που με έκανε να αποτραβηχτώ όσο πιο γρήγορα γινόταν καθόλου ευχαριστημένος, καθόλου ευτυχισμένος.

Θ.Ν.: Συγγνώµην, εσάς και τον Σταύρο Ξαρχάκο σάς θεωρούσαν ως τη συνέχεια του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη. Σεβαστά αυτά που λέτε, αλλά είναι µια τελείως εσωτερική υπόθεση.

Δ.Μ.: Ακόμη κι αν είναι εσωτερική υπόθεση, νομίζω ότι έχω και εγώ ένα δικαίωμα στη ροή των πραγμάτων και στην κριτική. Δεν είναι μόνο ο κόσμος. Δηλαδή κάνω κάτι, το αφήνω, λέω δικό σας είναι, και φεύγω. Δεν ξέρω, ίσως κάτι άλλο έπρεπε να έχω κάνει, ίσως κάτι να πέρασε από δίπλα μου και να μην το κατάλαβα, το άφησα κι έφυγε και τελικά έκανα κάτι άλλο. Δεν ξέρω, πάντως αυτό που έκανα δεν μου φτάνει. Το να έχω κάνει από το 1970 ώς το 2013 150 τραγούδια και ανάμεσά τους 10 πολύ καλά δεν είναι και τίποτε αυτό. Θα μου πείτε, «είναι». Ε, δεν είναι. Αμα σκεφθείτε ότι ο Μπαχ (μα συγκρίνεις τον εαυτό σου με τον Μπαχ, όχι βρε παιδί μου, αλλά λέμε) έγραφε κάθε εβδομάδα μία λειτουργία, αλλά κάθε εβδομάδα, που μόνο για να την προβάρουν σήμερα συμφωνικές ορχήστρες και χορωδίες τούς βγαίνει η Παναγία για δεκαπέντε ημέρες, και ταυτόχρονα – ο Μπαχ πάντα – ξεσκάτιζε και οκτώ παιδιά, μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν.

Θ.Ν.: Κύριε Καργόπουλε, πώς ήρθατε σ’ επαφή µε τον Δήµο Μούτση ώστε να τον θεωρείτε δάσκαλό σας;

Νίκος Καργόπουλος: Είχα ακούσει τραγούδια του Δήμου Μούτση και πολλά από αυτά μου κίνησαν την προσοχή. Οταν αποφάσισα να προχωρήσω ένα βήμα παραπάνω στη μουσική, κατάλαβα ότι χρειάζομαι έναν καταξιωμένο άνθρωπο που θα με βοηθήσει. Υπήρξε μια πολύ συνειδητή επιλογή.

Θ.Ν.:  Πώς γίνεται να συγκινούν έναν νέον άνθρωπο τραγούδια που έχουν γραφτεί πριν από τριάντα και σαράντα χρόνια;

Ν.Κ.: Αυτό είναι ένα μεγάλο κομμάτι όσον αφορά τη μαγεία της μουσικής. Και δείχνει πόσο καλός μπορεί να είναι κανείς. Οταν μιλάμε για τον Μότσαρτ ή για τη βυζαντινή μουσική, που έχουν γραφτεί πολύ περισσότερα χρόνια πριν και αγγίζουν άπειρους ανθρώπους, το να συγκινεί ο Δήμος Μούτσης που σταμάτησε να γράφει πριν από είκοσι ή και λιγότερα χρόνια, είναι κάτι εντελώς φυσιολογικό. Το έργο του δηλαδή είναι πολύ πρόσφατο. Με τραγουδιστές μάλιστα που έχουν σοβαρή απήχηση ακόμη και σε παιδιά της ηλικίας μου, όπως η Μπέλλου, ο Μητροπάνος, η Πρωτοψάλτη. Βέβαια όταν γράφει ένας άνθρωπος γράφει πάντα σε σχέση με τα ακούσματά του, αλλά είναι και θέμα μαγκιάς να καταφέρει να έχει απήχηση σε όσο το δυνατόν περισσότερες γενιές.

Θ.Ν.: Κύριε Μούτση, συναισθηµατικά υπάρχει κάποιος που να σας λείπει;

Δ.Μ.: Μου λείπει ο Γκάτσος. Με τον Χατζιδάκι, αν και είχαμε πολύ μεγάλη σχέση, η σχέση αυτή τσακίστηκε γιατί τα μπέρδευε τα πράγματα και ήθελε τη σχέση αυτή μισομουσική, μισοσυναισθηματική και, παρελθόντων των ετών, αυτές οι σχέσεις χαλάνε. Ο Γκάτσος μού λείπει αλλά, προς Θεού, όχι ως στιχουργός. Τα καλύτερά του τραγούδια δεν τα έγραψε με μένα. Τα έγραψε με τον Χατζιδάκι και τον Ξαρχάκο, ελέω Λαμπρόπουλου που τον πίεζε, γιατί ο Λαμπρόπουλος συμπαθούσε ιδιαίτερα τον Ξαρχάκο. Ο Γκάτσος μού λείπει ως φίλος και ως συζητητής, ίσως εξαιτίας του να ωρίμασα ως άνθρωπος. Μου λείπουν οι φίλοι από τη νυχτερινή παρέα του Κολωνακίου. Ο Γιώργος ο Κούνδουρος με τις παραξενιές του και τα ευφυολογήματά του. Μόλις πέθανε άδειασε για μένα η πλατεία. Και τέλειωσε η ζωή της νύχτας στο Κολωνάκι. Και σήμερα βέβαια έχω φίλους. Τον Δημήτρη Νανόπουλο, μεγάλο κεφάλαιο για τη ζωή μου. Αισθάνομαι περήφανος που είναι φίλος μου και μιλάω μαζί του.

Θ.Ν.: Μέσα σε µια πλησµονή µουσικής παραγωγής, όπως αυτή του 2013, εσάς, κύριε Καργόπουλε, ποια µουσική σας ενδιαφέρει ιδιαίτερα;

Ν.Κ.: Μάλλον είμαι λίγο παρανοϊκός σε σχέση με αυτό το θέμα. Μπορεί μέσα σ’ ένα πρωινό να πάω από τη Σωτηρία Μπέλλου στο black metal και από την όπερα στον Γιάννη Κότσιρα. Ή να ακούσω τζαζ. Αν ακούσετε το τι γράφω ή το τι ακούω θα με κλείσετε στο τρελοκομείο.

Θ.Ν.: Κύριε Μούτση, δεν θεωρείτε επικίνδυνη µια τέτοια στάση για έναν νέον άνθρωπο;

Δ.Μ.: Καθόλου. Ψάχνεται ο άνθρωπος. Και δεν κινδυνεύεις να χαθείς, αν έχεις μέσα σου μια «σταθερή». Οπως το ποίημα του Καβάφη για τον Μύρη, που ήταν πρώτος σε όλα, στις διασκεδάσεις και στα άσεμνα ξενύχτια, όταν όμως κάποιος από την παρέα πρότεινε να κάνουν σπονδές στον πανωραίο Απόλλωνα, ο Μύρης έστρεψε αλλού το βλέμμα του και είπε «τη εξαιρέσει εμού». Δηλαδή όλα θα τα ακούσεις, όλα θα τα χαρείς, στο τέλος όμως αυτό που είσαι θα διαλέξεις. Γιατί αν σου λείψουν όλα, μισερός θα είσαι. Θα μου πεις, εμείς μισεροί είμαστε; Πολύ παιδευτήκαμε όμως για να μην είμαστε. Απόδειξη ότι προσωπικά έφαγα μια ζωή για κάτι που μπορεί και να μην το είχα επιλέξει. Ελπίζω ο Νίκος να μη χρειαστεί να το ζήσει αυτό.

Θ.Ν.: Κύριε Καργόπουλε, σκέφτεστε να σπουδάσετε µουσική στο εξωτερικό;

Ν.Κ.: Αν και φίλοι μου που έχουν πάει στο Βέλγιο και στην Αμερική για να σπουδάσουν μουσική μού μιλάνε ενθουσιαστικά, προσωπικά αντίστοιχες σπουδές θα τις έκανα ή θα τις κάνω μόνο στην Ελλάδα. Προπαντός όμως αν καταλάβω πως είναι κάτι που θα με βοηθήσει να μπορέσω να ζήσω. Διαφορετικά θα αφοσιωθώ στη Βιολογία και θα έχω τη μουσική ως χόμπι.

Θ.Ν.: Κύριε Μούτση, ως πρώτη συνέντευξη της σειράς «Ο δάσκαλός µου, ο µαθητής µου» είχε δηµοσιευτεί η συζήτηση του µεγάλου έλληνα φυσικού και φίλου µας Δηµήτρη Νανόπουλου µε έναν νεαρό µαθητή Λυκείου, τον Γιώργο Πεσµαζόγλου, που είχε οµολογήσει ότι επέλεξε τη Φυσική γιατί αποκαθίστασαι ευκολότερα επαγγελµατικά. Δεν σας ανατριχιάζει αυτή η απερίφραστα ωφελιµιστική διάθεση των νέων;

Δ.Μ.: Σήμερα ένας νέος άνθρωπος όπως ο Νίκος Καργόπουλος δεν μπορεί να σκέφτεται με το ρίσκο που σκεφτόμασταν εμείς. Γιατί δεν έχει καμιά ελπίδα. Προσωπικά είχα την ελπίδα να ρίξω το ζάρι που λέει ο λόγος, μεταφορικά, και να έρθουν εξάρες. Ξέρω ότι μιλάω χυδαία. Σήμερα ο Νίκος δεν έχει καμιά ελπίδα να φέρει εξάρες, με τίποτε. Δεν μπορεί λοιπόν να την παίξει τη ζωή του. Πρέπει να διαλέξει κάτι σίγουρο. Σήμερα δεν γίνεται να πεις «εγώ θα διαλέξω αυτό κι ας πεθάνω». Δεν το κάνει κανείς. Εγώ, για παράδειγμα, και ο κάθε «εγώ» της εποχής μου, με ταλέντο ή χωρίς ταλέντο, με τρέλα ή χωρίς τρέλα, μπορούσε να πει θα το επιλέξω και μπορεί και να κερδίσω. Σήμερα τι μπορεί να κερδίσεις; Τίποτε. Να περιμένεις, τι; Αυτή είναι η δυστυχία.

Θ.Ν.: Σε ποιον βαθµό πιστεύετε ότι η µουσική έχει βοηθήσει την ποίηση;

Δ.Μ.: Δεν ξέρω αν η μουσική έχει τη δική της ποίηση ή αν όσοι το επιχείρησαν έδωσαν μια ώθηση στην ποίηση. Ορκίζομαι ειλικρινά ότι δεν ξέρω αν ο λόγος βοήθησε τη μουσική ή αν η μουσική βοήθησε τον λόγο. Εκείνο όμως που με ανατριχιάζει είναι ότι μερικοί μουσικοί ήσσονος σημασίας έβαλαν το όνομά τους δίπλα σε πολύ σπουδαία ονόματα ποιητών, για παράδειγμα ο Σολωμός του τάδε και τρέχα γύρευε ποιος είναι ο τάδε. Ή ο Καβάφης που σούρθηκε όσο κανείς άλλος. Αλεξανδρινός γράφει για Αλεξανδρινό, μα τι σαχλαμάρες επιτέλους είναι αυτές. Ή για να πάρουμε έναν επιτυχημένο σε αυτό το είδος, τον Θεοδωράκη, που έκανε ένα καθόλου σπουδαίο ποίημα του Σεφέρη, ένα ποιηματάκι στην κυριολεξία, την «Αρνηση», ένα σπουδαίο τραγούδι. Ξέρετε, «Στο περιγιάλι το κρυφό» κτλ. Ποιηματάκι, να εξηγούμαστε σε σχέση με τα άλλα ποιήματα του Σεφέρη. Το ίδιο όμως είναι ένα μεγαλειώδες τραγούδι, που αποδεικνύει ότι δεν συμβαδίζουν τα δύο αυτά μεγέθη – ο λόγος με τη μουσική. Τι λέει αυτό; Λέει ότι ένα τραγούδι είναι συγκέρασμα του λόγου και της μουσικής, και δεν είναι απαραίτητο ούτε ο λόγος να είναι σπουδαίος ούτε η μουσική να είναι σπουδαία, αλλά και τα δύο μαζί μπορεί να κάνουν κάτι σπουδαίο. Δεν ξέρω αν σας απάντησα, τα έχω κι εγώ μπερδεμένα.

Θ.Ν.: Κύριε Καργόπουλε, εσείς τι είδους µουσική γράφετε;

Ν.Κ.: Δεν μπορώ να πω ότι έχω αρχίσει να συνθέτω κανονικά. Ολοκληρωμένα κομμάτια έχω γράψει πολύ λίγα. Αλλά οποιαδήποτε μουσική φράση μου έρχεται στο μυαλό, αυτοσχεδιάζοντας, κάθομαι στο πιάνο και την παίζω. Φτάνει να μου αρέσει. Τη γράφω και την ενορχηστρώνω, όποια και αν είναι η διάρκειά της. Είκοσι δευτερόλεπτα, είκοσι δευτερόλεπτα. Αυτή η διαδικασία μου αρέσει πάρα πολύ. Πήγαινα στο Ωδείο και μάθαινα μπουζούκι από πολύ μικρός, ήμουν ακόμη στο Δημοτικό. Μετά στο Γυμνάσιο, πήγα στο Μουσικό Σχολείο του Αλίμου. Τότε ασχολήθηκα και με άλλα όργανα, πιάνο, σαξόφωνο, αλλά και θεωρητικά. Θεωρητικά τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στη βυζαντινή μουσική.

Θ.Ν.: Κύριε Μούτση, να µιλήσουµε για τη συµφωνική σας µουσική;

Δ.Μ.: Τίποτε το συμφωνικό. Ενα έργο ξεκίνησα να κάνω, μια λειτουργία, όχι ως προς το αίσθημα το θρησκευτικό, ως προς τη μουσική φόρμα. Πάνω σε κείμενα του Ηράκλειτου. Με είχε βοηθήσει πολύ ο συχωρεμένος Ρένος Αποστολίδης. Με κάθισε κάτω και μου έκανε αρχαία, συντακτικό, μετάφραση. Μαγεύτηκα. Το ξεκινώ λοιπόν, γράφω, γράφω, γράφω, το τελειώνω. Πέντε μπαλάντες, δικοί μου οι στίχοι, τα κείμενα του Ηράκλειτου. Και ήρθα σε επαφή με κόσμο, καταλαβαίνετε, μη λέμε ονόματα τώρα, κλειστές οι πόρτες. Βέβαια τεράστιο έργο, δύο μεγάλες χορωδίες, μια συμφωνική ορχήστρα, γκρουπ. Εταιρεία δεν μπορούσε να την κάνει αυτή τη δουλειά, πολυέξοδη. Στο μεταξύ δώσ’ του το «Αξιον εστί», και πάλι το «Αξιον εστί», με εκατοντάδες άτομα χορωδία, σάμπως και δεν γινόταν να το τραγουδήσουν δέκα άτομα, για να μην πω ότι και δύο καλά θα το έλεγαν. Πέρασαν τα χρόνια και πώς δεν τις έσκισα τις παρτιτούρες ένας Θεός το ξέρει. Μου έμεινε ατέλειωτο μόνο το φινάλε. Τις δίπλωσα και τις έβαλα σε ένα συρτάρι. Και από την άλλη ακούω να παίζονται κάτι Μεγαλέξαντροι και κάτι ανισόρροπα πράγματα που είναι όλα πρίμο σεγκόντο, αισχρά πράγματα που κοροϊδεύουν τον κόσμο για να του παίρνουν τα λεφτά. Τι άλλο να πω, αυτή είναι η Ελλάδα. Θάπρεπε ο τόπος να σκαφτεί συθέμελα, μπας και φυτρώσει στο τέλος κανένα πράσινο δεντράκι. Τότε θα υπάρξει μια κάποια ελπίδα.

 

Επιστολή του Auguste Corteau ύστερα από τη συνέντευξή στο Θ. Νιάρχο στα ΝΕΑ

Μια επιστολή του Auguste Corteau‎ στο Δήμο Μούτση ύστερα από τη συνέντευξή που έδωσε στο Θ. Νιάρχο στα ΝΕΑ υπό τον τίτλο «o δάσκαλός μου ο μαθητής μου» στις 5 Οκτωβρίου 2013

6 Οκτωβρίου 2013

Ακριβέ μου Δήμο,

Διάβασα με προσοχή – αν όχι με κατάνυξη – την συνέντευξή σου, κι ομολογώ ότι μου άφησε μιαν αίσθηση πικρού, παραιτημένου μεγαλείου.
Προφανώς έχει να κάνει με το ότι είσαι άνθρωπος παθολογικά σεμνός (αν θεωρείς ότι έκανες ‘δέκα καλά τραγούδια’) και βλέπεις τον εαυτό σου – κάτι που κάνω κι εγώ – μέσα απ’ το πρίσμα των μεγάλων. Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου ένα βιβλίο του Ναμπόκοφ, λόγου χάρη, τα δικά μου γραπτά φαντάζουν θλιβερή ματαιοπονία.
Επίσης, ακόμα κι αν διαφωνείς, είχες και έχεις μιαν απαράμιλλη σχέση με τον ποιητικό λόγο, είτε αυτός εκφράζεται ως υψηλής λεπταισθησίας στιχουργική (όπως του Τριπολίτη), είτε ως δωρικής βλοσυρότητας ποίηση (στην Τετραλογία, καλή ώρα).
Με απερίγραπτη χαρά έμαθα για πρώτη φορά για το συμφωνικό σου παρελθόν, και μάτωσε η καρδιά μου που η λειτουργία αυτή (και μάλιστα με οδηγό τον Ηράκλειτο) δεν υπάρχει στη δισκογραφία. (Βεβαίως το ίδιο ισχύει και με το σκορποχώρι που άφησε πίσω του ο ερίφης ο Χατζιδάκις – εντέλει εσείς οι δύο μοιάζετε πολύ, και μου θυμίζετε τον Σούμπερτ, που βαριόταν γρήγορα το εκάστοτε έργο και το παραπετούσε για να πιάσει ένα άλλο).
Πάνω απ’ όλα, η γλυκόπικρη νηφαλιότητα που αποπνέει ο λόγος σου – η σοφία, για να είμαι ακριβής – μ’ έκανε να σ’ αγαπήσω ακόμα πιο πολύ, όσο κι αν αυτό μου φαινόταν αδύνατον.
Κι εύχομαι απ’ τα βάθη της καρδιάς μου, ακόμα κι αν μια τέτοια ματιά έρχεται σε κόντρα με την ίδια σου τη φύση, να δεις μια μέρα τον εαυτό σου και το ανεκτίμητο έργο σου με το βλέμμα όλων ημών που τόσο σ’ αγαπάμε.

Μ’ ένα χαμόγελο ζεστό, σε φιλώ

Ο παντοτινά ευγνώμων φίλος κι αδελφός σου