Με ποιόν δεν είμαι

2012, 19 Μαΐου, Σάββατο πρωί, πήρα ένα ταξί από μια μικρή πιάτσα που ‘ναι μπροστά  στα Έβερεστ, ακριβώς γωνία 3ης Σεπτεμβρίου και Χέυδεν. Άνοιξα την μπροστινή πόρτα ως συνήθως και κάθισα δίπλα στον οδηγό, που όμως καθώς έμπαινα τον πρόσεξα, γιατί ήταν λιγο περισσότερο του δέοντος ¨σβερκάς¨ με μια μαύρη κοντομάνικη μπλούζα κι ενα παντελόνι χακί παραλλαγής… Στρίψαμε μετά τον ΟΤΕ στην Δεριγνύ, για να βγούμε Πατησίων, κι απο κει θα ανεβαίναμε Αλεξάνδρας.  Στη γωνία μας πέτυχε κόκκινο. Δεξιά ήταν παρκαρισμένο ένα βανάκι άσπρο και μπροστά του ακριβώς, μισός φαινόταν μισός όχι, ένας νεαρός μαυράκος, προτείνοντας τα σύνεργα με τα οποία καθάριζε  τζάμια. Ξαφνικά νοιώθω τον οδηγό να στρέφει το τιμόνι κατά πάνω του πατώντας γκάζι. Ο ανθρωπάκος έντρομος έκανε ενα δύο σάλτους προς τα πίσω ανεβαίνοντας μάλλον στο πεζοδρόμιο και πηγαίνοντας προς το πίσω μέρος του βανν, κι εγώ πανικόβλητος και πιάνοντας τη λαβή της πόρτας φώναξα στον οδηγό « Τι κάνεις εκεί Χριστιανέ μου..!» Αυτός ψιλοχαμογέλασε και μη δίνοντάς μου καμιά σημασία κοίταξε προς τα πίσω απο το καθρεφτάκι και κάνοντας όπισθεν ολοταχώς προς τον μαυράκο, ψιθύρισε « Τώρα θα δεις τι θα κάνω…!»  Πετάχτηκα έξω φοβισμένος, κάνοντας προς τα πίσω, δίπλα απο το ταξί. Ο μικρός ήδη έτρεχε κοντεύοντας να φτάσει στην 3η Σεπτεμβρίου, ο οδηγός ξανάκανε μπροστά σπινάροντας κι έστριψε δεξιά την Πατησίων με κόκκινο,  ανάμεσα στα τρόλεϊ, τα λεωφορεία και τα ι.χ., που του κορνάρανε μανιωδώς.  Όλα γίναν ξαφνικά μέσα σ’ ελάχιστα δευτερόλεπτα. Στη σύγχυση αυτή, αριθμό δεν πρόλαβα να πάρω.

..1983 Αύγουστος. Κάποιοι με πλησίασαν με την πρόθεση να με πείσουν να κάνω μια συναυλία στο Λυκαβητό. Ενας απ’ αυτούς είχε τον κύριο λόγο κι έλεγε όλα τα γνωστά: Θα κάνουμε διαφήμιση, θα κάνουμε τούτο θα κάνουμε τα άλλο, κι εγω τον άκουγα σοβαρά, μη γνωρίζοντας ακόμα περί τίνος ανθρώπου επρόκειτο. Μου είπε λοιπόν συν τοις άλλοις κι ότι θα αναλάβει τα πάντα αυτός, οικονομικά, διαδικαστικά  κλπ. Στο μεταξύ, προσφέρθηκε η ΕΡΤ αντί 450.000 δρχ. να μαγνητοσκοπήσει τη Συναυλία με σκηνοθέτη της ΕΡΤ τη Δάφνη Τζαφέρη κι εκφωνητή τον Γιώργο Παπαστεφάνου. Να σημειωθεί, ότι ο Μητσιάς, η Γαλάνη και μια νέα τραγουδίστρια η Ροζαλία, τραγούδησαν χωρίς αμοιβή σαν προσφορά προς εμένα, μια και για πρώτη φορά βρισκόμαστε μαζί στη σκηνή, απο τον καιρό που τους ανακάλυψα. Ξαφνικά, έρχεται ο οργανωτής και μου λέει ότι τα λεφτά της ΕΡΤ θα έβαζε να τα πάρει ένας τύπος που παρίστανε τον ¨κασκαντέρ¨ κι έτσι θα γλίτωνε την Εφορία. Μετράτε τώρα: το 1983, 450.000 δρχ. της ΕΡΤ. Ενας Λυκαβηττός τίγκα δεν έπεφτε καρφίτσα, οι τραγουδιστές απλήρωτοι κι εγώ εισέπραξα από τον οργανωτή, σαρανταοκτώ χιλιάδες δραχμές.  Ακριβώς αυτό που βλέπετε, 48.000 δρχ.  Κι όταν του είπα τι είναι αυτά, μου απάντησε κυνικότατα « οι καλλιτέχνες παίρνουν τη δόξα κι εμείς τα λεφτά». Φαίνεται όμως πως εκνευρίστηκα γιατί γύρισε και μού είπε «μη φωνάζεις γιατί εγώ δέρνω κιόλας». Φοβήθηκα! Είδα μπροστά μου έναν άλλο άνθρωπο. Έναν τύπο ικανό για όλα.
Μετά από λίγες μέρες ήρθε και το κερασάκι.  Κάθε βράδυ άκουγα κι έβλεπα τα τραγούδια μου, ανάμεσα σε τσόντες από ένα κανάλι που λεγόταν  ¨ψησταριές Λεωνίδας¨ και στο οποίο είχε πουλήσει τα δικαιώματα της μαγνητοσκοπημένης συναυλίας που ως οργανωτής είχε παραλάβει απ την ΕΡΤ.  Δεν το ξεπέρασα ποτέ, κι ούτε πρόκειται να το ξεπεράσω! Πολύ πολύ αργότερα μάθαμε ότι ένα βράδυ βρέθηκε στο δρόμο διαλυμένος απ’ το ξύλο, με σπασμένα σχεδόν όλα του τα κόκαλα από συναδέλφους του της νύχτας, όπως ακούστηκε, γεγονός, για το οποίο έκατσε  πολλούς μήνες στο νοσοκομείο. Όταν ανάρρωσε, είχε ασπρίσει ολόκληρος. Το εκρού του νεκρού που λένε. Αυτός ο κύριος σήμερα, βρέθηκε μπροστά μου να κοσμεί ένα ψηφοδέλτιο. Κι επειδή διαθέτει στο μάξιμουμ το μέγα προσόν να μην ντρέπεται, πήρε και τηλέφωνο να τον ψηφίσουμε λέει! Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν, είναι υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο μιας Αριστεράς που θέλει ν’ αλλάξει τον κόσμο και να κυβερνήσει τη χώρα. Κι αυτός μπορεί αύριο να είναι απ’ τους κυβερνώντες μας, να είναι ένας εκλεγμένος απ’ το λαό, βουλευτής της Αριστεράς!

Και τώρα πείτε μου εσείς σαν πιο ψύχραιμοι: Τι επιλογές μου δίνει αυτή η Δημοκρατία μας; Να είμαι με τον νεοναζί που κυνήγαγε μπρος πίσω να φάει τον μαυράκο; Ή με τον αντίστοιχο νεοπολιτικό τραμπούκο, που ‘φαγε εμένα και ποιός ξέρει και πόσους άλλους…

Διαδικτυακά σχόλια περί Τετραλογίας (από το Ποιείν)

ΔΙΑΔIΚΤYΑΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

 

Περί « ΤΕΤΡΑΛΟΓΙΑΣ »    2 / 2 / 07

 

Κ. Καβάφης – Γ. Σεφέρης – Κ. Καρυωτάκης – Γ. Ρίτσος

 

Τραγουδούν: Μ. Μητσιάς – Α. Πρωτοψάλτη – Χ. Λεττονός

Σημείωση1: Ανάμεσα στους εκλεκτούς συζητητές, παραβρέθηκε κι ο διάσημος Τουμπίστας Γιάννης Ζουγανέλης!

  Σημείωση 2: Ο δίσκος επανακυκλοφόρησε το 2005 από την MINOS-EMI

Δ. Κανελλόπουλος: Δήμος Μούτσης για πάντα. Ο μεγαλύτερος των μετά το Χατζιδάκη – Θεοδωράκη νεοελλήνων συνθετών. Το θρήνο για τον Άδωνη γιατί δεν τον ανεβάσατε. Κύριε Παστάκα ακουστικό υλικό δε θα μας βάλετε;

Γιώργος Μίχος: «Αίμα σου φέρνω και τραγουδώ το αίμα σκορπισμένο» Θα συμφωνήσω με το Δ.Κ. Χρειάζεται ήχος σε μια αναφορά σε…. δίσκο. “Say it with a ukulele

Σπύρος Αραβανής: Η ΑΕΠΙ όμως, έχει τελείως άλλη γνώμη από σας (…)

Γιώργος Κεντρωτής: Η «Τετραλογία» είναι έργο πραγματικά (και όχι μαϊμουδίστικα) μελοποιημένης ποίησης. Και η μουσική επένδυση των στίχων και οι ερμηείες είναι συγκλονιστικες. Ό,τι κι αν «έγραψε» ο Μούτσης – Συνοικισμος Α΄- Αγ. Φεβρουάριος – Στροφές – Δρομολόγιο – Φράγμα κ.λπ.- είναι μεγαλειώδες. Μην κοιτάτε που δεν κορρυβαντιά περί το άτομό του. Ο άνθρωπος είναι καλλιτέχνης δεν είναι «καραγκιόζης». Μόνο την ποιότητα ζητάει, και δη μετά μανίας (ένθεης). Κι όταν έχει να πει «πράγματα», τα λέει και μας τα μαθαίνει. Πρόκειται για κορυφαία μορφή του νέου Ελληνισμού.

Γιώργος Μίχος: Έχω ακούσει το Μούτση σε συνέντευξη να λέει, πως κακώς έβαλε τα ποιήματα στην «Τετραλογία». Έπρεπε, λέει, να είναι μόνο η μουσική…..
Για άλλο θέλω να γράψω.
Σ ένα υπόγειο στη Σόλωνος χαμηλά, στο βιβλιοπωλείο «Αντιπαράλληλα», θυμάμαι την Πρωτοψάλτη, την παρουσία του Μούτση και μικρής ορχήστρας να τραγουδάει αυτό το λησμονημένο πια δίσκο «Εργατική Συμφωνία». Ο Στεμνής αποχώρησε οικειοθελώς…..
Το Μούτση τον βλέπω σε κάτι στενά γύρω στο σπίτι μου και στο πάρκιν του Σούπερ Μάρκετ κι επίτηδες του βάζω το «Δε λες κουβέντα» απ τ αυτοκίνητο να τον εξιτάρω. Γελάει συνέχεια και φεύγει…… Κεντρωτή, όλα αυτά για σένα……

Δ. Κανελλόπουλος: Βλέπω ότι όλοι συμφωνούν ως προς την μεγαλοφυία του Δήμου του Μούτση. Είμαι πολύ ευτυχής γι αυτό. Γιώργο Κεντρωτή, αυτό το περί «Ελληνισμού», μην το πετάς έτσι ασχολίαστα, γιατί υπάρχει ένας κακώς εννοούμενος «Χριστοδουλισμός» στην ατμόσφαιρα και μπορεί να παρεξηγηθεί ο Μούτσης, ο οποίος είναι ο κατ εξοχήν ευρωπαίος – παγκόσμιος – Έλληνας μουσικός των τελευταίων 100 χρόνων.
Παρεμπιπτόντως: τα ποιήματά σου είναι πολύ καλά και θα δημοσιευθούν. Πάρε τηλέφωνο τον «περιοδικατζή». Δεν μπορεί να τα κάνει όλα μόνος του(!)
Και για όλους εσάς, ένα ποίημα αφιερωμένο στο Δήμο Μούτση:

Όλα είναι μια ευγενική συναυλία
Τους παλιούς φίλους
Μην τους ξεχνάς
Δώσε τους μια μικρή χαρά
Για τα χαμένα χρόνια
Φέρε τους όλους εκεί
Άναψε τις φωτιές σου
Στο ιερό της Αθηνάς
Στον Άγιο Φεβρουάριο κάνε σπονδή
Άφησε τις μελωδίες σου να πλημμυρίσουν
Την αττική νύχτα.
Άνθη να φέρεις και λόγια τρυφερά
Τώρα που οι ώρες μας θυμίζουν
Τις αποδυναμωμένες αισθήσεις
Τα πάθη, που βρίσκονται σε διαστολή
Χωρίς το μέτρο των χρωμάτων
Μ΄άδεια ψυχή το σούρουπο
Χωρίς φωνούλα την αυγή
Την τελευταία συναυλία την Ευγενική
Του αιώνα που ψυχορραγεί
Δώρο στους φίλους μιας άλλης εποχής,
Που προχωρούν και πίσω δε γυρίζουν
Δημήτρης Κανελλόπουλος, Σιγή Ασυρμάτου, Κολωνός, Αθήνα 2005, σελ.:23

Δημήτρης Κανελλόπουλος: Μίχο, ποιος είχε οργανώσει τη συναυλία του Μούτση στα Αντιπαράλληλα του Στεμνή; Αν το βρείς κερδίζεις ένα βιβλίο δώρο, τις Σκυθικές Ερημίες.
Κι ακόμη: Μην ξεχνάς το χρονικό πλαίσιο που γράφτηκε η «Εργατική Συμφωνία» και κάτι άλλο, ότι ήταν επένδυση σε θεατρικό έργο του Γιώργου του Σκούρτη «Απεργία».
Πάντως εγώ στ Αντιπαράλληλα δε σε θυμάμαι. Στο Χνάρι σε θυμάμαι λίγο αργότερα.

Γιώργος Κεντρωτής: Αγαπητέ Γιώργο Μίχο, με εξιτάρεις – δεν με εξιτάρεις (και εμένα, μαζί με το Δήμο Μούτση) εσύ, εγώ (μουλάρι όντας) επιμένω στις απόψεις μου. Και δεν είναι -να εξηγούμεθα- μόνο θέμα αισθητικής! Επιμένω επί της ουσίας. Κι ας λέει (και) ο Μούτσης ότι θέλει! Ο τύπος αυτός, αυτή η γκράν μούρη έγραψε θαύματα, και προσωπικώς του οφείλω δυσαρίθμητες χάριτες. Εσύ, πάντως, καλά κάνεις και κεντρίζεις τον Κεντρωτή! Γουστάρω και πολύ μάλιστα. Μη μας πιάσει, φίλε Γιώργο, ενώ είμαστε ακόμα (ευτυχώς) στον απάνω κόσμο, η ανία του τάφου, όπου δεν μπορούμε ούτε να χασμουρηθούμε (ούτε από ανία!…) Σε χαιρετώ από καρδιάς.

Δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Ποιείν»

Ο δάσκαλός μου, ο μαθητής μου: Μια συνέντευξη στον Θ. Νιάρχο στα ΝΕΑ: 05/10/2013

Θανάσης Θ. Νιάρχος  ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΑ ΝΕΑ: 05/10/2013 08:00

Σ’ ένα μόνο σημείο της η συζήτηση του Δήμου Μούτση με τον νεαρό Νίκο Καργόπουλο είναι η τυπική συζήτηση δάσκαλου και μαθητή: ότι παραμένει χαρακτηριστική όσον αφορά την πίκρα του δάσκαλου και την ορμή του μαθητή. Από κει και πέρα δεν έχεις παρά να σταθείς με σεβασμό, γιατί όχι και δέος, απέναντι σε μια στάση όπως αυτή του Δήμου Μούτση, που στοιχειοθετεί μια πρωτοφανή αίσθηση εντιμότητας και καλλιτεχνικής ανδροπρέπειας. Σε μια κρίσιμη, ώριμη ηλικία ενώ γνωρίζεις πως το παρελθόν σου καλλιτεχνικά δεν είναι αναστρέψιμο και έχει οριστικά τοποθετηθεί για τη συνείδησή σου τουλάχιστον, να μπορείς να σκέφτεσαι με την ελευθερία του ανθρώπου που δεν φοβάται το μέλλον. Πρόκειται για κάτι εντελώς πρωτόγνωρο. Αυτή τη σπάνια αίσθηση ελευθερίας αναδίνει η σύνολη συμπεριφορά του Δήμου Μούτση, είτε αφορά τους ομοτέχνους του, είτε την κοινωνία μας, είτε το παρελθόν του, είτε τη νεότατη γενιά καλλιτεχνών που τη συμμερίζεται και τη δικαιολογεί  χωρίς να την κολακεύει στο πρόσωπο του Νίκου Καργόπουλου. Χρειάζονται πολύ μεγάλα κότσια, να είσαι καλλιτέχνης και ενώ το περιβάλλον σού καλλιεργεί την εντύπωση της μεγαλοσύνης σου, εσύ να την προσπερνάς χωρίς οιμωγή και να θεωρείς τον εαυτό σου σχεδόν αποτυχημένο. Μέγιστο μάθημα η σημερινή συνάντηση και συνομιλία με τον Δήμο Μούτση

Θανάσης Νιάρχος: Κύριε Μούτση, πώς συµβαίνει ένας καλλιτέχνης όπως εσείς, που τον αγκάλιασε τόσο νωρίς και τόσο ολοκληρωτικά η επιτυχία, να έχουµε να ακούσουµε δουλειά του τόσο πολλά χρόνια;

Δήµος Μούτσης: Για να πω την αλήθεια αυτή την επιτυχία δεν την κατάλαβα ποτέ. Μπήκα σε αυτόν τον χώρο πλαγίως, από τον χώρο της Συμφωνικής Μουσικής, σπούδασα βιολί και κλασική μουσική για πάρα πολλά χρόνια. Κουράστηκα, αλλά κουράστηκα καλά. Λένε ότι έγραψα καλά τραγούδια, καλά δεν ξέρω, ίσως καλύτερα απ’ ό,τι άλλων. Είχαν επιτυχία, έβγαλα λεφτά, καλή ζωή έκανα, αλλά για να πω τη μαύρη μου αλήθεια αυτόν τον χώρο δεν τον αγάπησα καθόλου. Και όσο περνάνε τα χρόνια και γυρνάω και κοιτάζω πίσω μου, δεν μου αρέσει καθόλου αυτό που έκανα. Και ίσως είναι αυτό που με έκανε να αποτραβηχτώ όσο πιο γρήγορα γινόταν καθόλου ευχαριστημένος, καθόλου ευτυχισμένος.

Θ.Ν.: Συγγνώµην, εσάς και τον Σταύρο Ξαρχάκο σάς θεωρούσαν ως τη συνέχεια του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη. Σεβαστά αυτά που λέτε, αλλά είναι µια τελείως εσωτερική υπόθεση.

Δ.Μ.: Ακόμη κι αν είναι εσωτερική υπόθεση, νομίζω ότι έχω και εγώ ένα δικαίωμα στη ροή των πραγμάτων και στην κριτική. Δεν είναι μόνο ο κόσμος. Δηλαδή κάνω κάτι, το αφήνω, λέω δικό σας είναι, και φεύγω. Δεν ξέρω, ίσως κάτι άλλο έπρεπε να έχω κάνει, ίσως κάτι να πέρασε από δίπλα μου και να μην το κατάλαβα, το άφησα κι έφυγε και τελικά έκανα κάτι άλλο. Δεν ξέρω, πάντως αυτό που έκανα δεν μου φτάνει. Το να έχω κάνει από το 1970 ώς το 2013 150 τραγούδια και ανάμεσά τους 10 πολύ καλά δεν είναι και τίποτε αυτό. Θα μου πείτε, «είναι». Ε, δεν είναι. Αμα σκεφθείτε ότι ο Μπαχ (μα συγκρίνεις τον εαυτό σου με τον Μπαχ, όχι βρε παιδί μου, αλλά λέμε) έγραφε κάθε εβδομάδα μία λειτουργία, αλλά κάθε εβδομάδα, που μόνο για να την προβάρουν σήμερα συμφωνικές ορχήστρες και χορωδίες τούς βγαίνει η Παναγία για δεκαπέντε ημέρες, και ταυτόχρονα – ο Μπαχ πάντα – ξεσκάτιζε και οκτώ παιδιά, μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν.

Θ.Ν.: Κύριε Καργόπουλε, πώς ήρθατε σ’ επαφή µε τον Δήµο Μούτση ώστε να τον θεωρείτε δάσκαλό σας;

Νίκος Καργόπουλος: Είχα ακούσει τραγούδια του Δήμου Μούτση και πολλά από αυτά μου κίνησαν την προσοχή. Οταν αποφάσισα να προχωρήσω ένα βήμα παραπάνω στη μουσική, κατάλαβα ότι χρειάζομαι έναν καταξιωμένο άνθρωπο που θα με βοηθήσει. Υπήρξε μια πολύ συνειδητή επιλογή.

Θ.Ν.:  Πώς γίνεται να συγκινούν έναν νέον άνθρωπο τραγούδια που έχουν γραφτεί πριν από τριάντα και σαράντα χρόνια;

Ν.Κ.: Αυτό είναι ένα μεγάλο κομμάτι όσον αφορά τη μαγεία της μουσικής. Και δείχνει πόσο καλός μπορεί να είναι κανείς. Οταν μιλάμε για τον Μότσαρτ ή για τη βυζαντινή μουσική, που έχουν γραφτεί πολύ περισσότερα χρόνια πριν και αγγίζουν άπειρους ανθρώπους, το να συγκινεί ο Δήμος Μούτσης που σταμάτησε να γράφει πριν από είκοσι ή και λιγότερα χρόνια, είναι κάτι εντελώς φυσιολογικό. Το έργο του δηλαδή είναι πολύ πρόσφατο. Με τραγουδιστές μάλιστα που έχουν σοβαρή απήχηση ακόμη και σε παιδιά της ηλικίας μου, όπως η Μπέλλου, ο Μητροπάνος, η Πρωτοψάλτη. Βέβαια όταν γράφει ένας άνθρωπος γράφει πάντα σε σχέση με τα ακούσματά του, αλλά είναι και θέμα μαγκιάς να καταφέρει να έχει απήχηση σε όσο το δυνατόν περισσότερες γενιές.

Θ.Ν.: Κύριε Μούτση, συναισθηµατικά υπάρχει κάποιος που να σας λείπει;

Δ.Μ.: Μου λείπει ο Γκάτσος. Με τον Χατζιδάκι, αν και είχαμε πολύ μεγάλη σχέση, η σχέση αυτή τσακίστηκε γιατί τα μπέρδευε τα πράγματα και ήθελε τη σχέση αυτή μισομουσική, μισοσυναισθηματική και, παρελθόντων των ετών, αυτές οι σχέσεις χαλάνε. Ο Γκάτσος μού λείπει αλλά, προς Θεού, όχι ως στιχουργός. Τα καλύτερά του τραγούδια δεν τα έγραψε με μένα. Τα έγραψε με τον Χατζιδάκι και τον Ξαρχάκο, ελέω Λαμπρόπουλου που τον πίεζε, γιατί ο Λαμπρόπουλος συμπαθούσε ιδιαίτερα τον Ξαρχάκο. Ο Γκάτσος μού λείπει ως φίλος και ως συζητητής, ίσως εξαιτίας του να ωρίμασα ως άνθρωπος. Μου λείπουν οι φίλοι από τη νυχτερινή παρέα του Κολωνακίου. Ο Γιώργος ο Κούνδουρος με τις παραξενιές του και τα ευφυολογήματά του. Μόλις πέθανε άδειασε για μένα η πλατεία. Και τέλειωσε η ζωή της νύχτας στο Κολωνάκι. Και σήμερα βέβαια έχω φίλους. Τον Δημήτρη Νανόπουλο, μεγάλο κεφάλαιο για τη ζωή μου. Αισθάνομαι περήφανος που είναι φίλος μου και μιλάω μαζί του.

Θ.Ν.: Μέσα σε µια πλησµονή µουσικής παραγωγής, όπως αυτή του 2013, εσάς, κύριε Καργόπουλε, ποια µουσική σας ενδιαφέρει ιδιαίτερα;

Ν.Κ.: Μάλλον είμαι λίγο παρανοϊκός σε σχέση με αυτό το θέμα. Μπορεί μέσα σ’ ένα πρωινό να πάω από τη Σωτηρία Μπέλλου στο black metal και από την όπερα στον Γιάννη Κότσιρα. Ή να ακούσω τζαζ. Αν ακούσετε το τι γράφω ή το τι ακούω θα με κλείσετε στο τρελοκομείο.

Θ.Ν.: Κύριε Μούτση, δεν θεωρείτε επικίνδυνη µια τέτοια στάση για έναν νέον άνθρωπο;

Δ.Μ.: Καθόλου. Ψάχνεται ο άνθρωπος. Και δεν κινδυνεύεις να χαθείς, αν έχεις μέσα σου μια «σταθερή». Οπως το ποίημα του Καβάφη για τον Μύρη, που ήταν πρώτος σε όλα, στις διασκεδάσεις και στα άσεμνα ξενύχτια, όταν όμως κάποιος από την παρέα πρότεινε να κάνουν σπονδές στον πανωραίο Απόλλωνα, ο Μύρης έστρεψε αλλού το βλέμμα του και είπε «τη εξαιρέσει εμού». Δηλαδή όλα θα τα ακούσεις, όλα θα τα χαρείς, στο τέλος όμως αυτό που είσαι θα διαλέξεις. Γιατί αν σου λείψουν όλα, μισερός θα είσαι. Θα μου πεις, εμείς μισεροί είμαστε; Πολύ παιδευτήκαμε όμως για να μην είμαστε. Απόδειξη ότι προσωπικά έφαγα μια ζωή για κάτι που μπορεί και να μην το είχα επιλέξει. Ελπίζω ο Νίκος να μη χρειαστεί να το ζήσει αυτό.

Θ.Ν.: Κύριε Καργόπουλε, σκέφτεστε να σπουδάσετε µουσική στο εξωτερικό;

Ν.Κ.: Αν και φίλοι μου που έχουν πάει στο Βέλγιο και στην Αμερική για να σπουδάσουν μουσική μού μιλάνε ενθουσιαστικά, προσωπικά αντίστοιχες σπουδές θα τις έκανα ή θα τις κάνω μόνο στην Ελλάδα. Προπαντός όμως αν καταλάβω πως είναι κάτι που θα με βοηθήσει να μπορέσω να ζήσω. Διαφορετικά θα αφοσιωθώ στη Βιολογία και θα έχω τη μουσική ως χόμπι.

Θ.Ν.: Κύριε Μούτση, ως πρώτη συνέντευξη της σειράς «Ο δάσκαλός µου, ο µαθητής µου» είχε δηµοσιευτεί η συζήτηση του µεγάλου έλληνα φυσικού και φίλου µας Δηµήτρη Νανόπουλου µε έναν νεαρό µαθητή Λυκείου, τον Γιώργο Πεσµαζόγλου, που είχε οµολογήσει ότι επέλεξε τη Φυσική γιατί αποκαθίστασαι ευκολότερα επαγγελµατικά. Δεν σας ανατριχιάζει αυτή η απερίφραστα ωφελιµιστική διάθεση των νέων;

Δ.Μ.: Σήμερα ένας νέος άνθρωπος όπως ο Νίκος Καργόπουλος δεν μπορεί να σκέφτεται με το ρίσκο που σκεφτόμασταν εμείς. Γιατί δεν έχει καμιά ελπίδα. Προσωπικά είχα την ελπίδα να ρίξω το ζάρι που λέει ο λόγος, μεταφορικά, και να έρθουν εξάρες. Ξέρω ότι μιλάω χυδαία. Σήμερα ο Νίκος δεν έχει καμιά ελπίδα να φέρει εξάρες, με τίποτε. Δεν μπορεί λοιπόν να την παίξει τη ζωή του. Πρέπει να διαλέξει κάτι σίγουρο. Σήμερα δεν γίνεται να πεις «εγώ θα διαλέξω αυτό κι ας πεθάνω». Δεν το κάνει κανείς. Εγώ, για παράδειγμα, και ο κάθε «εγώ» της εποχής μου, με ταλέντο ή χωρίς ταλέντο, με τρέλα ή χωρίς τρέλα, μπορούσε να πει θα το επιλέξω και μπορεί και να κερδίσω. Σήμερα τι μπορεί να κερδίσεις; Τίποτε. Να περιμένεις, τι; Αυτή είναι η δυστυχία.

Θ.Ν.: Σε ποιον βαθµό πιστεύετε ότι η µουσική έχει βοηθήσει την ποίηση;

Δ.Μ.: Δεν ξέρω αν η μουσική έχει τη δική της ποίηση ή αν όσοι το επιχείρησαν έδωσαν μια ώθηση στην ποίηση. Ορκίζομαι ειλικρινά ότι δεν ξέρω αν ο λόγος βοήθησε τη μουσική ή αν η μουσική βοήθησε τον λόγο. Εκείνο όμως που με ανατριχιάζει είναι ότι μερικοί μουσικοί ήσσονος σημασίας έβαλαν το όνομά τους δίπλα σε πολύ σπουδαία ονόματα ποιητών, για παράδειγμα ο Σολωμός του τάδε και τρέχα γύρευε ποιος είναι ο τάδε. Ή ο Καβάφης που σούρθηκε όσο κανείς άλλος. Αλεξανδρινός γράφει για Αλεξανδρινό, μα τι σαχλαμάρες επιτέλους είναι αυτές. Ή για να πάρουμε έναν επιτυχημένο σε αυτό το είδος, τον Θεοδωράκη, που έκανε ένα καθόλου σπουδαίο ποίημα του Σεφέρη, ένα ποιηματάκι στην κυριολεξία, την «Αρνηση», ένα σπουδαίο τραγούδι. Ξέρετε, «Στο περιγιάλι το κρυφό» κτλ. Ποιηματάκι, να εξηγούμαστε σε σχέση με τα άλλα ποιήματα του Σεφέρη. Το ίδιο όμως είναι ένα μεγαλειώδες τραγούδι, που αποδεικνύει ότι δεν συμβαδίζουν τα δύο αυτά μεγέθη – ο λόγος με τη μουσική. Τι λέει αυτό; Λέει ότι ένα τραγούδι είναι συγκέρασμα του λόγου και της μουσικής, και δεν είναι απαραίτητο ούτε ο λόγος να είναι σπουδαίος ούτε η μουσική να είναι σπουδαία, αλλά και τα δύο μαζί μπορεί να κάνουν κάτι σπουδαίο. Δεν ξέρω αν σας απάντησα, τα έχω κι εγώ μπερδεμένα.

Θ.Ν.: Κύριε Καργόπουλε, εσείς τι είδους µουσική γράφετε;

Ν.Κ.: Δεν μπορώ να πω ότι έχω αρχίσει να συνθέτω κανονικά. Ολοκληρωμένα κομμάτια έχω γράψει πολύ λίγα. Αλλά οποιαδήποτε μουσική φράση μου έρχεται στο μυαλό, αυτοσχεδιάζοντας, κάθομαι στο πιάνο και την παίζω. Φτάνει να μου αρέσει. Τη γράφω και την ενορχηστρώνω, όποια και αν είναι η διάρκειά της. Είκοσι δευτερόλεπτα, είκοσι δευτερόλεπτα. Αυτή η διαδικασία μου αρέσει πάρα πολύ. Πήγαινα στο Ωδείο και μάθαινα μπουζούκι από πολύ μικρός, ήμουν ακόμη στο Δημοτικό. Μετά στο Γυμνάσιο, πήγα στο Μουσικό Σχολείο του Αλίμου. Τότε ασχολήθηκα και με άλλα όργανα, πιάνο, σαξόφωνο, αλλά και θεωρητικά. Θεωρητικά τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στη βυζαντινή μουσική.

Θ.Ν.: Κύριε Μούτση, να µιλήσουµε για τη συµφωνική σας µουσική;

Δ.Μ.: Τίποτε το συμφωνικό. Ενα έργο ξεκίνησα να κάνω, μια λειτουργία, όχι ως προς το αίσθημα το θρησκευτικό, ως προς τη μουσική φόρμα. Πάνω σε κείμενα του Ηράκλειτου. Με είχε βοηθήσει πολύ ο συχωρεμένος Ρένος Αποστολίδης. Με κάθισε κάτω και μου έκανε αρχαία, συντακτικό, μετάφραση. Μαγεύτηκα. Το ξεκινώ λοιπόν, γράφω, γράφω, γράφω, το τελειώνω. Πέντε μπαλάντες, δικοί μου οι στίχοι, τα κείμενα του Ηράκλειτου. Και ήρθα σε επαφή με κόσμο, καταλαβαίνετε, μη λέμε ονόματα τώρα, κλειστές οι πόρτες. Βέβαια τεράστιο έργο, δύο μεγάλες χορωδίες, μια συμφωνική ορχήστρα, γκρουπ. Εταιρεία δεν μπορούσε να την κάνει αυτή τη δουλειά, πολυέξοδη. Στο μεταξύ δώσ’ του το «Αξιον εστί», και πάλι το «Αξιον εστί», με εκατοντάδες άτομα χορωδία, σάμπως και δεν γινόταν να το τραγουδήσουν δέκα άτομα, για να μην πω ότι και δύο καλά θα το έλεγαν. Πέρασαν τα χρόνια και πώς δεν τις έσκισα τις παρτιτούρες ένας Θεός το ξέρει. Μου έμεινε ατέλειωτο μόνο το φινάλε. Τις δίπλωσα και τις έβαλα σε ένα συρτάρι. Και από την άλλη ακούω να παίζονται κάτι Μεγαλέξαντροι και κάτι ανισόρροπα πράγματα που είναι όλα πρίμο σεγκόντο, αισχρά πράγματα που κοροϊδεύουν τον κόσμο για να του παίρνουν τα λεφτά. Τι άλλο να πω, αυτή είναι η Ελλάδα. Θάπρεπε ο τόπος να σκαφτεί συθέμελα, μπας και φυτρώσει στο τέλος κανένα πράσινο δεντράκι. Τότε θα υπάρξει μια κάποια ελπίδα.

 

Μια απόπειρα αυτογνωσίας

Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει τώρα τελευταία, αλλά μ’ έχει πιάσει μια πλήρης αδράνεια. Σαν να έφτασα πρόωρα στο τέρμα μιας διαδρομής που ήλπιζα κάπως αλλιώς να  τελειώσει. Παρακολουθώ τα γεγονότα βέβαια με θλίψη, αλλ’ αυτό το συναίσθημα δε μου είναι κάτι το πρωτόγνωρο. Τόχα από χρόνια πριν και φαντάζομαι δεν είμαι ο μόνος. Τόχα από τότε πούγραφα το «Γουόκ μαν» και το «Για πούλημα λοιπόν», βλέποντας αυτή την άβυσσο της πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ξεπεσούρας.  Αυτή τη λατρεία προς ό,τι το ευτελές κι αυτή την αναξιοκρατία σ’ όλο της το μεγαλείο, νάχουν κατακλύσει τα πάντα στη ζωή μας.  Πρωτοσέλιδα, κανάλια, εκδηλώσεις, συζητήσεις επί συζητήσεων, γεμάτες ως επί το πλείστον απο παραπληροφόρηση.  Βήμα συνήθως σ’ αυτούς που δεν είχαν να πουν τίποτα, παρεκτός απ’ το να καλύπτουν με όμοιες πάντα σοβαροφανείς κουβέντες ένα συγκεκριμένο χρόνο ή με κενές λέξεις ένα συγκεκριμένο χώρο. Χρόνια τώρα το ίδιο βιολί και πάει λέγοντας.  Όμως διόλου δε μας πείραζε. Ίσα ίσα, μάλιστα, που τα επικροτούσαμε κι όλας σε τέτοιο σημείο, που άμα κάποιος  «ανθρωπάκος» πήγαινε να πει κάτι σοβαρό ή δεν έβρισκε βήμα, το πιθανότερο, ή το πολύ πολύ ως «γραφικός», αντιμετώπιζε μια κατάσταση του στυλ «Άντε, πες το ποίημα σου και τέλειωνε, να κάνουμε κι εμείς τη δουλειά μας ». Κι η δουλειά ήταν αυτή που εκούσια ή ακούσια προετοίμαζε το επερχόμενο.  «Αξίζεις; Θα σε κοντύνω να μη φαίνεσαι. Θα φωνάξω πιο δυνατά να μην ακούγεσαι, δεν έχει σημασία τι θα πω, δε με νοιάζει και κυρίως δεν ντρέπομαι, φτάνει να μην υπάρχεις εσύ, και δεν πρέπει να υπάρχεις, γιατί ξέρεις ποιος είμ’ εγώ ρε;»  Εντάξει, δεν ξέρω αλλά υποθέτω. Μάλλον είσαι αυτός που έστειλε τον Ανατολάκη στη Βουλή και γύρισε την πλάτη στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο νεοέλληνας που μόλις το πρόβλημα ξέφυγε απ’ την «πολυτέλεια της περισπωμένης» κι έπεσε στην τσέπη μας, τότε ως διά μαγείας σκίρτησε μέσα του ένας αχταρμάς αρχαίων προγόνων και Τζίπ, ΔΕΗ και πολιτισμού, Εφορίας, Σύνταξης και ιστορίας, όλα μαζί. Κι έτσι όπως τούρθαν απότομα, τα πήρε κι αυτός στο κρανίο που λένε, και μισοέντρομος  μισοπερήφανος και αγανακτισμένος, κατέβηκε στο Σύνταγμα.
Λαός να δούν τα μάτια σου. Άνθρωποι κάθε λογής, κάθε χρώματος φύλου και ηλικίας, όλοι εκεί. Άλλοι καθισμένοι στις σκάλες και στα πεζούλια κι άλλοι όρθιοι με το βλέμμα στραμμένο προς τη Βουλή, να συζητούν να συμφωνούν και να δείχνουν. «Αλήθεια! Τι ομορφιά μπορεί νάχει αυτός ο κόσμος – όταν θέλει!» Είπα! Αλλά πριν προλάβω καλά καλά να σώσω τα λόγια μου, συνέβη το αναπάντεχο. Κάποιος εξ ημών, που κανείς μέχρι στιγμής δεν τον είχε προσέξει, ήρθε στα καλά του καθουμένου, στήθηκε μπροστά μας και κουνώντας επιδεικτικά το δάχτυλό του, άρχισε να φωνάζει: «Κάμερα σε μένα! Ο καιρός γαρ εγγύς, τόμος ένα και δύο!» Κανονικός φαινόταν, αλλά μου την έδωσε ο τρόπος του. Εγωισμός; Όπως θέλετε πείτε το αλλά εγώ δεν κρατήθηκα. Στήθηκα, λοιπόν, καμαρωτός, ύψωσα τα χέρια μου προς τον ουρανό και κοιτώντας στο πουθενά βροντοφώναξα: «Έϊβαλα! Έϊβαλα!…» Δεν ξέρω γιατί τόπα, έτσι μούρθε, αυτό όμως που ακολούθησε δεν περιγράφεται. Μιά ομάδα έξαλλων ανθρώπων όρμησε προς την πλατεία αλαλάζοντας: «Όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, το ΔΝΤ σκαρφάλωνε στα δέντρα.! Στα δέντρα εσείς;Παρθενώνες εμείς!».
Ένας άλλος μόνος του συμπλήρωνε: «Κι ο Αλλάχ θα βοηθήσει!».
Ο δικός μου στο μεταξύ είχε αλλάξει μοτίβο: «Νεφελίμ, Ελλοχίμ, τακ τακ σκληρό εξώφυλλο!». Ξοπίσω μια άλλη ομάδα ερχόταν επαναλαμβάνοντας με έμφαση για το δίκιο του εργάτη, κι η ατμόσφαιρα τελικά άρχισε να ζεσταίνει. Πήρανε μπρός και τα τραγούδια.  Σιγανά, ταπεινά και τρυφερά τραγούδια, μαζί με θούρια, παιάνες και ύμνους βυζαντινούς.
«Όλα ωραία και μεγάλα φωτισμένα!…».
Όλα, εκτός απ τα Ματ, που αγρίεψαν λόγω Μουσικής κι ορμήσανε κραυγάζοντας:
«Σκασμός!»
Το πλήθος αντιστάθηκε: «Γαμώ τη μάνα σας»
«Όχι τέτοια, όχι τέτοια!» συνέστησαν οι πιο ψύχραιμοι!
Σιγά σιγά, οι περισσότεροι γυρίσαμε στα σπίτια μας.
Κάποιοι άλλοι πήγαν και κάψανε γι ακόμα μια φορά την Αθήνα.
Κι οι υπόλοιποι, λέει, πήραν το Δάνειο.

ΥΓ: Φοβάμαι γιατί η νύχτα πούρχεται είναι μεγάλη, κι εγώ μένω ακόμα να βασανίζομαι  κολλημένος σε μια φράση από τη «Χώρα των τυφλών» του H.G.Wells:
«Σας τόχα πεί. Αναθεματισμένοι βλάκες!…»

Εξάρχεια, Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Γωνία Καλλιδρομίου και Χ. Τρικούπη, υπάρχει ένα παλιό και γνωστό καφενείο ¨η Μουριά¨ που χρόνια τώρα κυρίως τα Σάββατα, μαζεύει κόσμο υποτίθεται με άποψη, ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται. Εγώ συχνά πυκνά κατεβαίνω εκεί, γιατί επιπλέον μπροστά στη ¨Μουριά¨ και σε όλο το μήκος της Καλλιδρομίου, γίνεται και μια απ τις καλύτερες και μεγαλύτερες Λαϊκές με μπόλικη πραμάτια και πολύ κόσμο, κι εμένα κάτι τέτοια να πω τη μαύρη μου αλήθεια μ αρέσουνε. Έτσι λοιπόν αυτό το Σάββατο αποφάσισα να κατέβω.
Ήταν περίπου 12.30, όταν ανεβαίνοντας τη Χ. Τρικούπη και βρισκόμενος στο ύψος του πεζόδρομου της Μεθώνης κάπου 50 μέτρα πρίν την Καλλιδρομίου, ακούω μια τρομερή έκρηξη, με φλόγες, καπνό και φωνές. Πλησιάζοντας, βλέπω μια μηχανή πεσμένη στο ρείθρο του πεζοδρομίου μπροστά στο καφενείο, λαμπαδιασμένη, κι η φωτιά από την έκρηξη να κατευθύνεται προς τους γωνιακούς ανθοπώλες, καίγοντας ανθρώπους και τέντες.
Χώθηκα γρήγορα μες στο καφενείο, όπου από μιαν άκρη κοίταζα έντρομος τον απέναντι ψαρά και τον κρεοπώλη, να προσπαθούν με ντενεκέδες γεμάτους νερό, να σώσουν τους ανθρώπους που καίγονταν, ενώ κάποιοι άλλοι με λάστιχα ¨πότιζαν¨ τη μηχανή που εξακολουθούσε να καπνίζει, (με το σωληνάκι της βενζίνης τραβηγμένο!) και τις τέντες, που φλεγόμενες είχαν πέσει πάνω στο σωρό απ τα καμένα γλαστράκια και λουλούδια.
Ένα νοσοκομειακό ήρθε κελαηδώντας, έβαλαν μέσα μια γυναίκα που θάπρπε νάταν η ανθοπώλης της γωνίας, κι έναν άντρα, αλλ αυτόν σε κατάσταση τραγική. Τους πήρε και τους δυό κι έφυγε. Από κοντά έφυγε κι η Πυροσβεστική. Οι κουκουλοφόροι προ πολλού είχαν πετάξει τις κουκούλες στον πεζόδρομο της Μεθώνης κι είχαν εξαφανιστεί. Κι ενώ η υπόλοιπη Λαϊκή στο βάθος ξανάβρισκε το ρυθμό της, με τα ΜΑΤ ακίνητα – αυτοί δε φύγανε – στραμμένα προς τα ντουβάρια των σπιτιών όπως κάνουν και στα γήπεδα που κοιτάνε τις κερκίδες, μια νέα λάμψη ήρθε να φωτίσει το παράξενο αυτό τοπίο αλλ αυτή τη φορά ήταν ¨η φλόγα της Ελληνικής λεβεντιάς ¨. Η αφύπνιση του Νεοέλληνα.
Ούτε αλλοδαποί ούτε μετανάστες. Έλληνες ήταν. Γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες, που άρχισαν δειλά δειλά να προχωράνε κάνοντας κύκλο γύρω απ το σωρό με τα πεταμένα γλαστράκια και τα μισοκαμένα λουλούδια της γυναίκας πούφυγε με τ ασθενοφόρο. Κοίταζαν γύρω αν τους βλέπουν, κοιτιόντουσαν και μεταξύ τους κάνοντας νοήματα του στυλ ¨…πάρε εσύ πρώτος !..Όχι, εσύ καλύτερα..!¨ κι άρχισαν δήθεν αδιάφορα να πλησιάζουν, άλλοι διαλέγοντας τα καλά κι άλλοι κλωτσώντας και παραμερίζοντας τα καμένα, μέχρι που στο τέλος φεύγανε και ξανάρχονταν απροκάλυπτα και ξεδιάντροπα, φέρνοντας ολόκληρα καφάσια που τα γέμιζαν και τα ξαναγέμιζαν με γλαστράκια και λουλούδια, σαν τα όρνια που ορμάνε από ψηλά ν αρπάξουν ό,τι προλάβουν ν αρπάξουν απ το ψοφίμι.
Με ποιόν να είμαι;… ¨Αυτό το μεσημέρι, παρέμεινα εις τα όρη ¨

Κεκλεισμένων των θυρών

Την απόφαση να συμμετέχω γράφοντας σ΄αυτό το site την πήρα, όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά για να δηλώσω πως μερικοί άνθρωποι φαινομενικά αποτραβηγμένοι ( κι εγώ ανάμεσά τους), δεν το κάνουν γιατί όντως δεν έχουν τι να πουν ή γιατί δεν βλέπουν τι συμβαίνει, αλλά για να αποφύγουν το ανακάτεμά τους μ’ αυτή τη σημερινή βασιλεύουσα πλέον υποκουλτούρα, κι αυτή την επικρατούσα άποψή της να θεωρείται «γραφικός» κάθε σοβαρός άνθρωπος όταν τολμήσει να πει κάτι έξω απ’ τα καθιερωμένα του συρμού. Έτσι λοιπόν σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, ένας καλλιτέχνης αλλά φαντάζομαι και κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος, κατάντησε να κάνει τη δουλειά ενός «ανάπηρου», που φτιάχνει κομψοτεχνήματα μεν, αλλά κεκλεισμένων των θυρών, σε ενα αποστειρωμένο δωμάτιο, αφού έτσι και βγει, θα βρεθεί μπροστά σε ένα αλαλάζον κουφό ακροατήριο αφού θα λείπει ο νους, κι ως συνήθως… οι Μήδοι θα διαβούνε, για άλλη μια φορά. Το μεγαλείο της ανθρώπινης ανημπόριας που κάποτε χαρακτήριζε όλη την κλασσική τέχνη, μετατράπηκε στην ανάγκη «να κονομήσουμε όπως όπως κάνα ευρουδάκι», κι οι μεγάλοι ευεργέτες του παρελθόντος μετατράπηκαν σε νεόπλουτους – πρώτο τραπέζι πίστα – να κολλάνε το τάληρο στο κούτελο του βιολιτζή και να τους παίρνει η τηλεόραση. Εδώ λοιπόν τίθεται το ερώτημα : Τι θα κάνει ένας δημιουργός, ένας ποιητής, ένας μουσικός Θα γίνει δήμαρχος;  Βουλευτής;  Υπουργός; Διασκεδαστής γενικώς; Κι αν δεν το αντέχει; Άμα ντρέπεται; Πράγμα σπάνιο δηλαδή, τι θα κάνει; Τα γνωστά! Θα παραμείνει ένας:

                                     « Ταξιδιώτης του παντός  

                                       μ ένα μεθυσμένο πιάνο  

                                       μια κιθάρα κι από πάνω  

                                       τη γνώμη του καθενός »

που θα τον ρωτάει « Εσύ γιατί χάθηκες; »   Πραγματικά, ώρες και φορές αισθάνεσαι την επιτακτική ανάγκη να βγεις απ’ αυτή την κατάσταση γιατί το ξόδεμα είναι μεγάλο. Ύστερα πάλι, ξαναγυρίζεις μέσα σου και σκάβεις όλο και πιο βαθιά, δοκιμάζοντας τον εαυτό σου μπας και βγει κάτι. Αλλά δε βαριέσαι..!

Επιστολή του Auguste Corteau ύστερα από τη συνέντευξή στο Θ. Νιάρχο στα ΝΕΑ

Μια επιστολή του Auguste Corteau‎ στο Δήμο Μούτση ύστερα από τη συνέντευξή που έδωσε στο Θ. Νιάρχο στα ΝΕΑ υπό τον τίτλο «o δάσκαλός μου ο μαθητής μου» στις 5 Οκτωβρίου 2013

6 Οκτωβρίου 2013

Ακριβέ μου Δήμο,

Διάβασα με προσοχή – αν όχι με κατάνυξη – την συνέντευξή σου, κι ομολογώ ότι μου άφησε μιαν αίσθηση πικρού, παραιτημένου μεγαλείου.
Προφανώς έχει να κάνει με το ότι είσαι άνθρωπος παθολογικά σεμνός (αν θεωρείς ότι έκανες ‘δέκα καλά τραγούδια’) και βλέπεις τον εαυτό σου – κάτι που κάνω κι εγώ – μέσα απ’ το πρίσμα των μεγάλων. Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου ένα βιβλίο του Ναμπόκοφ, λόγου χάρη, τα δικά μου γραπτά φαντάζουν θλιβερή ματαιοπονία.
Επίσης, ακόμα κι αν διαφωνείς, είχες και έχεις μιαν απαράμιλλη σχέση με τον ποιητικό λόγο, είτε αυτός εκφράζεται ως υψηλής λεπταισθησίας στιχουργική (όπως του Τριπολίτη), είτε ως δωρικής βλοσυρότητας ποίηση (στην Τετραλογία, καλή ώρα).
Με απερίγραπτη χαρά έμαθα για πρώτη φορά για το συμφωνικό σου παρελθόν, και μάτωσε η καρδιά μου που η λειτουργία αυτή (και μάλιστα με οδηγό τον Ηράκλειτο) δεν υπάρχει στη δισκογραφία. (Βεβαίως το ίδιο ισχύει και με το σκορποχώρι που άφησε πίσω του ο ερίφης ο Χατζιδάκις – εντέλει εσείς οι δύο μοιάζετε πολύ, και μου θυμίζετε τον Σούμπερτ, που βαριόταν γρήγορα το εκάστοτε έργο και το παραπετούσε για να πιάσει ένα άλλο).
Πάνω απ’ όλα, η γλυκόπικρη νηφαλιότητα που αποπνέει ο λόγος σου – η σοφία, για να είμαι ακριβής – μ’ έκανε να σ’ αγαπήσω ακόμα πιο πολύ, όσο κι αν αυτό μου φαινόταν αδύνατον.
Κι εύχομαι απ’ τα βάθη της καρδιάς μου, ακόμα κι αν μια τέτοια ματιά έρχεται σε κόντρα με την ίδια σου τη φύση, να δεις μια μέρα τον εαυτό σου και το ανεκτίμητο έργο σου με το βλέμμα όλων ημών που τόσο σ’ αγαπάμε.

Μ’ ένα χαμόγελο ζεστό, σε φιλώ

Ο παντοτινά ευγνώμων φίλος κι αδελφός σου

 

Mουσικήν ποίει και εργάζου ταύτην την δημώδη

Συνήθως αποφεύγω να εισέρχομαι στων ειδικών τους χώρους και μάλιστα όταν έχω να κολυμπήσω μέσα σ αυτούς αβοήθητος, μακριά απ το γνωστό μου πεντάγραμμο, που άλλου είδους γνώση, κι άλλη δοκιμασία θέλει. Αναπόφευκτα λοιπόν κι εγώ, θ αρχίσω μ ένα τραγούδι, ή καλύτερα μ ένα επαναστατικό ¨λαϊκό ψαλμό¨, χαρίζοντάς σας έτσι, λίγες στιγμές καινούργιας ¨μουσικής λογοτεχνίας¨

« Ο Θεός να μας φυλάει απ τους ασήμαντους »

Όλοι καθημερινά ζούμε σχεδόν αμέτοχοι μπροστά στη γέννηση της ίδιας μας της σκέψης. Αυτό είναι μια αλήθεια. Κι αν μερικοί ψευτοδιανοούμενοι δεν έδιναν λάθος εξήγηση στην έννοια ¨ταλέντο¨, δεν θα είχαμε το φαινόμενο τόσων και τόσων ηλιθίων να περιφέρονται στους δρόμους και στα καφενεία σημειώνοντας σε χαρτάκια τη στιγμιαία, ανύπαρκτη έμπνευσή τους, μπας και την ξεχάσουν, (λες κι αν τη θυμόντουσαν, κάτι θα γινόταν).

« Ο Θεός να μας φυλάει κι απ τους ανασφαλείς »

Γιατί η ευθύνη του τι θα φανερώσεις και τι θ αποσιωπήσεις απ όλες τις σκέψεις, είναι μια ανεξήγητη, μια μυστική διεργασία, άγνωστη σ αυτούς που – δήθεν από σεμνότητα – δεν έμαθαν να δοκιμάζουν τον εαυτό τους, να σκάβουν βαθιά μέσα τους, να κάνουν την ψυχή τους τερατώδη! Δεν μιλώ για τη συνέχεια, γιατί όλα τα άλλα, σχήματα, χρώματα, ήχος και ρυθμός, σύμφωνα, φωνήεντα και νοήματα, είναι απλή χαλάρωση, αφού

« Αρκεί μια κίνηση του δοξαριου
κι ο ήχος από μόνος του
θ ανανεώσει την αγρύπνιας μας,
μπροστά στις νέες εφευρέσεις,
στα καινούρια δεινά
»

Κάθε σοφό τραγούδι ξεκινάει απ τα όνειρα. Κι ας γράφει ο ποιητής με λέξεις όμοιες μ αυτές που κι οι γιατροί γράφουν τις συνταγές τους. Δεν φταίει αυτός ο ίδιος που ονειρεύεται. Κι αλίμονο! Ούτε πρόθεση έχει, ούτε πολιτισμό σώνει και καλά θέλει να επιβάλει κι ούτε αυτή τη χυδαία έννοια ¨μήνυμα¨ θέλει να περάσει, γιατί

« Αρκεί μια κίνηση του δοξαριου
κι ο ήχος από μόνος του
θ ανανεώσει την αγρύπνιαμας,
μπροστά στις νέες ιδέες,
στις καινούριες μορφές »

Περνώντας ο καιρός, καταλαβαίνω πως η δουλειά μου γίνεται συνεχώς όλο και πιο δύσκολη. Επειδή μου γίνεται πιο συνειδητή; Και μεταξύ μας, σάματις ξέρω πώς ΕΙΝΑΙ να γράφεις; Και ποιος το ξέρει άλλωστε; Και πώς μπορεί να το ξέρει; αφού ακριβώς σ αυτό το άγνωστο ¨πώς είναι¨ πολεμάς να φτάσεις για να ξεκινήσεις. Μόνο να στηρίζω γερά τους αγκώνες στο τραπέζι ξέρω, σκεπάζοντας το πρόσωπό μου με τις παλάμες κι από μια χαραμάδα ανάμεσα στα δάχτυλα να διακρίνω έτοιμο το καράβι που οδηγεί στις καινούριες δοκιμασίες. Ψάχνεις όλους τους τρόπους. Πας παντού και προς όλες τις κατευθύνσεις προσπαθώντας να βρεις τον Θεό μέσα απ την ανθρώπινη ανημπόρια σου, όχι για να σωθείς αλλά για να συμβιβάσεις τα ασυμβίβαστα με δικούς σου κανόνες, πέρα δηλαδή από κάθε λογική και κάθε προηγούμενο, πέρα δηλαδή από τη γνώση και την πράξη. Δε φταίει λοιπόν αυτός που ονειρεύεται. Έτσι γίνεται κάθε φορά, και κάθε φορά – αλίμονο – ξεκινάς πάλι απ το πρώτο γράμμα της αλφαβήτου. Καλή αντάμωση, λοιπόν, σ αυτό το μεταφυσικό ταξίδι ¨μουσικής λογοτεχνίας¨, ανάμεσα στο υπαλληλίκι της πολιτιστικής προαγωγής και στην ελευθερία της πιο ξαφνικής περιπέτειας.

« Αρκεί μια κίνηση του δοξαριού
κι ο ήχος από μόνος του
θ ανανεώσει την αγρύπνια μας,
μπροστά στην αβάσταχτη
πολυτέλεια της πληροφόρησης,
στη νέα πραγματικότητα
της σημαίας που καίγεται
! »